Η Στεμνίτσα, ένα ιστορικό χωριό της Αρκαδίας, φημίζεται για την πλούσια παράδοση στις τέχνες και στα παραδοσιακά επαγγέλματα των κατοίκων της. Από παλιά, οι Στεμνιτσιώτες διακρίνονταν για την μεταλλοτεχνία και ιδιαίτερα την αργυροχρυσοχοία, δημιουργώντας περίτεχνα κοσμήματα και εκκλησιαστικά σκεύη με μεγάλη δεξιοτεχνία.
Παράλληλα, αναπτύχθηκαν επαγγέλματα όπως: καμπανάδες, σιδεράδες, μπρουντζάδες, γανωματήδες. Η υφαντουργία , αποτέλεσε γυναικεία τέχνη και συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση της οικογένειες . Οι τέχνες αυτές αποτελούν μέχρι σήμερα σημαντικό κομμάτι της πολιτιστικής ταυτότητας της Στεμνίτσας.
Για περισσότερα από 500 χρόνια, το όνομα της Στεμνίτσας είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με τη λαμπρή τέχνη του μετάλλου. Από τον 17ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα, το χωριό γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του, μετατρεπόμενο σε ένα απέραντο εργαστήρι που έκανε την περιοχή ξακουστή ακόμη και πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Ανάμεσα στους περίφημους μεταλλουργούς της Στεμνίτσας, οι Σιδεράδες αποτελούσαν μια μικρή αλλά απαραίτητη ομάδα τεχνιτών. Καθώς γειτονικές περιοχές είχαν τους δικούς τους σιδηρουργούς, οι Στεμνιτσιώτες μαστόροι κάλυπταν κυρίως τις ανάγκες του χωριού και των γύρω οικισμών, στέλνοντας συχνά τα προϊόντα τους στις αγορές μέσω των συμπατριωτών τους που ταξίδευαν.
Η Στεμνίτσα υπήρξε ανέκαθεν ένας τόπος που «ανάσαινε» μέσα στη φύση. Τα πυκνά, καταπράσινα δάση του Μαινάλου δεν ήταν απλώς ένα επιβλητικό τοπίο, αλλά μια πολύτιμη πλουτοπαραγωγική πηγή που έδινε ζωή στον τόπο. Σε αυτό το φυσικό περιβάλλον αναπτύχθηκε η τέχνη των Υλοτόμων—ανθρώπων που δεν εκμεταλλεύονταν απλώς το δάσος, αλλά το γνώριζαν, το φρόντιζαν και ζούσαν σε απόλυτη αρμονία μαζί του.
Αν περπατούσε κανείς στα σοκάκια της Στεμνίτσας από τις αρχές ως τα τέλη του 20ού αιώνα, πίσω από τα παράθυρα των σπιτιών θα άκουγε έναν γνώριμο, ρυθμικό ήχο: το «τακ-τακ» του αργαλειού.
Ήταν η εποχή που οι Στεμνιτσιώτισσες ανασκουμπώθηκαν και πήραν την κατάσταση στα χέρια τους! Σε χρόνια δύσκολα, με το οικογενειακό εισόδημα περιορισμένο και με τον άγραφο, απαράβατο νόμο της προίκας να πιέζει κάθε σπιτικό, οι γυναίκες του χωριού μας έβαλαν το μεράκι και την τέχνη τους μπροστά.
Οι Καμπανάδες της Στεμνίτσας: Η τέχνη που έδωσε «φωνή» στις εκκλησιές μας
Γνωρίζατε ότι η λέξη «καμπάνα» ταξίδεψε μέχρι εδώ από την Καμπανία της Νότιας Ιταλίας; Στις Ορθόδοξες εκκλησίες οι καμπάνες έκαναν για πρώτη φορά την εμφανισή τους τον 9ο αιώνα, στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης.
Στη ξακουστή Στεμνίτσα της Αρκαδίας, την πατρίδα των μεγάλων χαλκουργών και μεταλλουργών, ξεχώρισε μια πολύ ιδιαίτερη συντεχνία μαστόρων: οι Κανταρτζήδες.
Γέννημα-θρέμμα της μεγάλης «τάξης των Μπρουτζάδων», οι τεχνίτες αυτοί είχαν ως κύρια δουλειά τους την κατασκευή και την επισκευή των κανταριών
Ανάμεσα στις τόσες τέχνες που άνθισαν στην ιστορική Στεμνίτσα, η κηροπλαστική κατείχε μια ξεχωριστή, σχεδόν κατανυκτική θέση. Ήταν μια τέχνη λιτή αλλά σπουδαία, αφού χάριζε το φως στα σπιτικά, στις εκκλησιές και στα καντήλια του χωριού.
Στις παλιές κοινωνίες, όπου τα πλαστικά και τα μεταλλικά δοχεία ήταν άγνωστα, οι Βαρελάδες (ή Βαγενάδες) κρατούσαν στα χέρια τους την αποθήκευση και τη μεταφορά των πολυτιμότερων αγαθών: του νερού, του κρασιού, του γάλακτος και του τυριού.
Στα παλιά τα χρόνια, τότε που τίποτα δεν πήγαινε χαμένο και η φτώχεια απαιτούσε ευρηματικότητα, στη Στεμνίτσα ανθούσε μια άλλη κατηγορία τεχνιτών: οι Μπαλωματήδες.
Δεν ήταν περιζήτητοι οι υποδηματοποιοί που έφτιαχναν καινούργια παπούτσια αλλά οι τεχνίτες, που ήξεραν να διορθώνουν τα φθαρμένα υποδήματα, δίνοντάς τους λίγη ακόμα ζωή.
Στη μεγάλη οικογένεια των μεταλλουργών της Στεμνίτσας, οι Χαλκωματήδες κατείχαν ξεχωριστή θέση. Η σφυρηλάτηση και επεξεργασία του χαλκού υπήρξε ο ιστορικός «πρόδρομος» όλων των τεχνών μετάλλου που άνθισαν στον τόπο, τροφοδοτώντας κάθε σπιτικό με τα απαραίτητα οικιακά και παραγωγικά σκεύη.
Η Στεμνίτσα έχει 21 Ναούς, τέσσερις από τους οποίους είναι μεταβυζαντινοί και αγιογραφημένοι ολοκληρωτικά. Αυτοί είναι ο Άγιος Παντελεήμονας, η Παναγία Μπαφέρω, οι τρείς Ιεράρχες (Άγιοι Ανάργυροι) και η Ζωοδόχος Πηγή. Επίσης είναι μερικώς αγιογραφημένοι οι δύο Μητροπολιτικοί Ναοί μας του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Παρασκευής καθώς επίσης και οι Ναοί της Παναγίας Καριάς, Καταγιώργη και του Αγίου Δημητρίου.
Ο Λ. Καραδήμος γεννήθηκε (1899) στο Κερκέζι (Πλάκα) Μεγαλουπόλεως, από την Αναστασία και τον Γιώργο Καραδήμο. Απέκτησε πέντε ακόμα αδέλφια. Οι οικογενειακές του ρίζες χάνονται στην Ήπειρο. Φέρεται να έζησε σε εφηβική και νεαρή ηλικία μεταξύ Πελοποννήσου και Χαλκίδας, ενώ τις συχνές μετακινήσεις του (Αθήνα, Πάτρα, Στεμνίτσα, Καλαμάτα) διευκόλυνε η εκεί διαβίωση στενών συγγενών του. Από τον γάμο του (1923) με τη Στεμνιτσιώτισσα Δήμητρα Αντζά (1897-1985)